June 9, 2010

17

Η διαφορά τού Bruce από την προηγούμενη μέρα, εκτός από τη γεωγραφία, ήταν το μαυρισμένο μάτι του. Η Θάλεια φυσικά και δε δέχτηκε να την πηδήξει αυτός ο μαλάκας, ειδικά όταν το απαίτησε με τέτοιο τρόπο. Τα βίντεο, βέβαια, τού τα έδωσε, γιατί είχαν κάνει μια συμφωνία, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση, επειδή αυτός ήταν μαλάκας και δεν κατάφερε να πιάσει το Βασίλη και να τού κάνει ό,τι ήθελε να τού κάνει με τις σαύρες (οι οποίες ακόμη βρίσκονταν στο υπόγειό της), να ξεσπάσει επάνω της.

Αυτά σκεφτόταν μέχρι το απόγευμα η Θάλιεα, αυτό που δεν ήξερε, όμως, ήταν ότι θα άνοιγε την πόρτα της και θα έβλεπε το Στάθη Χ με τη Λουίζα.

“Καλώς τους!” είπε η Θάλεια έκπληκτη. “Τι κάνετε εσείς εδώ;”

“Η Λουίζα βγήκε σήμερα και ήθελε να σε δει…” είπε ο Στάθης χαμογελώντας.

Η Λουίζα κοιτούσε το πάτωμα και δάγκωνε την άκρη τού μανικιού της όλη αυτή την ώρα. Η Θάλια την πλησίασε, την αγκάλιασε και της είπε “Γεια σου Λουίζα. Θέλεις να έρθεις μέσα;” Εκείνη έγνεψε καταφατικά και περπάτησε μέχρι τον καναπέ όπου και έκατσε στη μία γωνία. Ο Στάθης την παρακολούθησε μέχρι τπου έκατσε και μετά κοίταξε με ελπίδα τη Θάλεια που τού ανταπόδωσε το βλέμμα.

Αφού έφτιαξε καφέδες, η Θάλεια πήγε στο σαλόνι και έκατσε δίπλα στη Λουίζα, η οποία ήταν ακόμη χαμένη στις σκέψεις της.

“Πώς πάνε τα πράγματα;” Ρώτησε το Στάθη.

“Λίγο καλύτερα. Τουλάχιστον ξεκίνησε να μιλάει ξανά. Από τότε που έγινε το περιστατικό με το παιδάκι που, όπως λέει, “σκότωσε τους φίλους της” ήταν σε κακό χάλι. Αλλα τελευταία συνέρχεται. Αφού μού επέτρεψαν να την πάρω σπίτι είναι μια χαρά θα μπορούσα να πω.”

“Χαίρομαι… Πού θα μείνετε;”

“Πέτυχα ένα φίλο μου -από τη Σουηδική FF…” ο Στάθης σταμάτησε τη φράση του στη μέση μόλις θυμήθηκε την κατάσταση με τη Θάλεια. Η Λουίζα, αντίθετα, σήκωσε το κεφάλι της, αλλά δεν την αντιλήφθηκε κανένας από τους δύο. “Συγγνώμη… Ξεχάστηκα…” είπε ο Στάθης.

“Δεν πειράζει”, τού χαμογέλασε αυτή. “Τι έλεγες;”

“Ναι… Ένας φίλος μου λοιπόν. Προσφέρθηκε να με φιλοξενήσει για αυτές τις μέρες. Θα ψάξω και για σπίτι ταυτόχρονα, οπότε…”

“Ωραία!” είπε η Θάλεια. “Θα βρισκόμαστε και συχνότερα…” και κοίταξε τη Λουίζα.