October 3, 2009

15

Ο Βασίλης μπήκε βιαστικά στο μαγαζί.

“Γεια σας!” τον υποδέχτηκε η πωλήτρια. “Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;”

“Ε; Ε, όχι, ευχαριστώ, απλά να χαζέψω λίγο θέλω…”

Η πωλήτρια χαμογέλασε και έφυγε. Ο Βασίλης άρχισε να κοιτάζει γύρω του αναστατωμένος και να ψάχνει τις τσέπες του. Λίγα δευτεροόλεπτα μετά, κοίταξε προς την είσοδο και είδε τον Bruce να μπαίνει/

“Σκατά”, σκέφτηκε και πήγε προς το πίσω μέρος αναζητώντας μια έξοδο.

Ο Bruce έδειξε μια φωτογραφία τού Βασίλη στις υπαλλήλους και αυτή που τον είχε ρωτήσει αν θέλει βοήθεια έδειξε προς το τμήμα των ανδρικών. Ο Βασίλης, παρακολουθώντας τη σκηνή από τα γυναικεία χαμογέλασε στον εαυτό του.

Με το που ο Bruce έφτασε στο μέσο του τμήματος που του έδειξε η κοπέλα, είδε το Βασίλη να τρέχει προς την έξοδο και να παρασέρνει κάποια σταντ με κρεμάστρες πάνω στην απόπειρά του να διαφύγει. Έτρεξε πίσω του, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πελατών.

Βγαίνοντας στο δρόμο, είδε το Βασίλη να μπαίνει σε μια πολυκατοικία. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά το ασανσέρ είχε ήδη ξεκινήσει. Άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά τρέχοντας, για να τον προλάβει σε οποιονδήποτε όροφο και αν κατέβαινε.

Πέντε ορόφους παραπάνω, ο Βασίλης βγήκε από το ασανσέρ και είδε τον Bruce λαχανιασμένο, να τον σημαδεύει με το πιστόλι του.

“Ως εδώ…”

“Ποιος είσαι; Γιατί με κυνηγάς; Τι σου έκανα;”

Ο Bruce χαμογέλασε. “Τίποτα. Εγώ θα σου κάνω πολλά όμως.”

Ο Βασίλης όρμησε και του κατάφερε ένα χτύπημα στην κοιλιά που τον έκανε να διπλωθεί από τον πόνο. Μέχρι ο Bruce να ξεδιπλωθεί, ο Βασίλης είχε αρχίσει να κατεβαίνει τις σκάλες. Φτάνοντας στον πρώτο, και ακούγοντας τα βήματα του Bruce να πλησιάζουν, κλώτσησε την ππρώτη πόρτα που βρήκε μπροστά του και μπήκε μέσα.

Ο Bruce είδε τη σπασμένη πόρτα και μπήκε προσεκτικά. Οι ιδιοκτήτες τον κοιτούσαν εντρομοι.

“Πού πήγε;”

“Στην… στην τουαλέτα”, απάντησε ένα αγοράκι το πολύ δέκα χρονών και έδειξε προς το βάθος του σπιτιού. “Είναι και η αδερφή μου μαζί του”, είπε και άρχισε να κλαίει.

Ο Bruce προχώρησε προσεκτικά προς την κλειστή πόρτα και στάθηκε απ’ έξω.

“Γιατί προσπαθείς να ξεφύγεις; Είναι μάταιο. Ξέρω πού μένεις, ξέρω ποιος είσαι, θα σε ξαναβρώ.”

Καμία απάντηση.

“Ουφφφ. Άντε, βγες έξω…”

Η πόρτα άνοιξε σιγά και ο Bruce ετοιμάστηκε. “Μαμά;”, ακούστηκε η φωνή τής μικρής και βγήκε έξω τρέχοντας. Στο πρόσωπό της υπήρχαν αίματα, αλλά δεν έδειχνε να πονάει. Ο Bruce την έπιασε και πήρε το μαχαίρι που είχε στο χέρι της.

“What the fuck? ” σκέφτηκε και άνοιξε την πόρτα με το πόδι του. Ο Βασίλης βρισκόταν ξαπλωμένος στο πάτωμα με μια τεράστια πληγή στο λαιμό του.

Ο Bruce κοίταξε τη μικρή και αυτή του χαμογέλασε.

“Fucking ape!” είπε γελώντας δυνατά…