September 26, 2009

11

Ο Στάθης Χ. έσπρωξε τη τζαμένια πόρτα τού νοσοκομείου και μπήκε στην αίθουσα αναμονής. Πέντε λεπτά αργότερα είδε την αδερφή του, τη Λουίζα, να μπαίνει υποβασταζόμενη από ένα νοσοκόμο.

«Γεια σου Λουίζα», της ψιθύρισε μόλις αυτή έκατσε δίπλα του. «Είσαι έτοιμη;»

Η Λουίζα έγνεψε καταφατικά.

«Πάμε, λοιπόν…»

Ευχαρίστησε το νοσοκόμο για τη βοήθειά του και της έδωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να σηκωθεί. Περπάτησαν μαζί ως την πόρτα και μια κυρία τούς άνοιξε. Η Λουίζα τής χαμογέλασε, βγήκαν έξω, πήγαν ως το αυτοκίνητο τού Στάθη, μπήκαν μέσα και ξεκίνησαν.

xxx

O Bruce κοιμόταν, όταν τον ξύπνησε ένα δυνατό χτύπημα. Όχι της πόρτας, ούτε του τηλεφώνου. Χτύπημα στο αριστερό του ζυγωματικό.

«Ξύπνα ρε μαλακισμένο!»

«Τι σκατά…»

Άλλη μία γροθιά προσγειώθηκε στο πρόσωπό του.

«Μη μιλάς. Απλά δείξε μας πού έχεις τη φωτογραφία

«Ποια φωτ…»

Κλωτσιά αυτή τη φορά. Ο Bruce έδειξε προς το κομοδίνο. Ο ένας από τους δύο άντρες χαμογέλασε και πήγε προς τα ‘κει. Άνοιξε το συρτάρι και άρχισε να ψάχνει. Με το που βρήκε τη φωτογραφία, γύρισε προς τον άλλον, ο οποίος πρόσεχε τον Bruce, και αντίκρισε το θέαμα με φρίκη. Το μαχαίρι που πάντα είχε ο Bruce κάτω από το μαξιλάρι του ήταν μπηγμένο στο λαιμό τού φίλου του και το αίμα είχα βάψει κόκκινο το πάτωμα γύρω του καθώς αυτός σπαρταρούσε στο πάτωμα. Μέχρι να καταλάβει τι είχε γίνει, ο Bruce τον είχε πιάσει από τα αρχίδια και τον ρωτούσε ποιος τον είχε στείλει.

«Δε θα σου πω ποτέ», φώναξε αυτός.

«Οκ» απάντησε ψύχραιμα ο Bruce και του έσπασε το λαιμό.

xxx

Η Λεμονιά, τέλος, πηδιόταν μπροστά σε μια κάμερα.

Κλασικά…