September 22, 2009

08

Η Θάλεια περίμενε υπομονετικά. Κάθε 30 περίπου δευτερόλεπτα κατέβαζε το ακουστικό, το ξανασήκωνε, πατούσε το redial και περίμενε. Δεν το έβαζε κάτω. Ήξερε ότι ο Bruce ήταν σπίτι. Απλά έπρεπε να επιμείνει.

“ΝΑΙ!”, άκουσε καθώς έκλεινε το τηλέφωνο για άλλη μια φορά.

“Μα τι μαλάκω είμαι” σκέφτηκε και ξανασήκωσε το ακουστικό. Αυτή τη φορά το “ναι” ηταν ακόμα πιο δυνατό και η φωνή που το άρθρωσε ακούστηκε ακόμα πιο εκνευρισμένη.

“Bruce; Εγώ είμαι… Η Θάλεια…”

Σιωπή…

Η Θάλεια ήξερε ότι ο Bruce απλά σκεφτόταν ποια σκατά ήταν η μαλακισμένη που τον ξύπνησε. Επίσης, ήταν σίγουρη ότι θα καταλάβαινε σύντομα. Για την ακρίβεια, στην επόμενη σειρά αυτού του κειμένου.

“ΩΧ! Θάλεια;”

“Τι κάνεις;”, τον ρώτησε χαμογελώντας στον εαυτό της.

“Καλά”, είπε εκείνος διστακτικά. “Εσύ;”

“Όχι τόσο καλά… Βασικά, γι’ αυτό σε πήρα…”

“Θα μου τα πεις από κοντά. Σε μία ώρα στο μαγαζί μου…”

Μιάμιση ώρα αργότερα, ο Bruce ξεκίνησε από το σπίτι του και ένα τέταρτο μετά καθόταν στο τραπέζι τής Θάλειας, η οποία, ξέροντάς τον καλά, δεν έχασε χρόνο με φληναφήματα, αλλά μπήκε κατευθείαν στο ζουμί.

“Ώστε λοιπόν…”, ο Bruce έβγαλε τον αναπτήρα και τα τσιγάρα από την τσέπη του μπουφάν του, έστριψε και άναψε ένα, ρούφηξε μια γερή δόση νικοτίνης και πίσσας, έφαγε και λίγο καπνό γιατί το στρίψιμο δεν ήταν και τόσο προσεγμένο και συνέχισε την πρότασή του.

“…videos στο Internet…. Ενδιαφέρον.” είπε και χαμογέλασε πονηρά.

“Δεν είναι ούτε ενδιαφέρον, ούτε αστείο.” τού έκοψε το χαμόγελο η Θάλεια. “Χρειάζομαι τη βοήθειά σου.”

“Και τι μπορώ να κάνω εγώ;”

“Μα, φυσικά, να τον σκοτώσεις. Ή, τουλάχιστον, να με βοηθήσεις να τον σκοτώσω εγώ.”

Ο Bruce σκέφτηκε για τρία δευτερόλεπτα.

“Και τι θα κερδίσω εγώ…”, σήκωσε το χέρι για να διακόψει τη Θάλεια που πήγε να μιλήσει “…εκτός από τα videos;”

“Ε;”

“Τι; Περίμενες ότι θα συμβιβαστώ μόνο με αυτό; Είμαι σίγουρος ότι είσαι διατεθειμένη να μου τα δώσεις, όπως είμαι σίγουρος ότι θα παρίστανες ότι παζαρεύεις ώστε να καταλήξουμε εκεί, οπότε ξεκινάω το παζάρι με τα videos δεδομένα. Λοιπόν; Τι άλλο θα μου δώσεις;”

Η Θάλεια χαμογέλασε.

“Θα σε αφήσω να του κάνεις ό,τι θέλεις πριν τον σκοτώσεις. Θα τον κλείσουμε στο υπόγειο του σπιτιού μου, όπου δεν ακούγεται τίποτα στη γειτονιά και θα σου βρω οτιδήποτε θελήσεις. Κοφτερό, βαρύ, μυτερό, πλαστικό, μεταλλικό, διεστραμμένο, ζωντανό, ρευματοφόρο, ότι θέλεις. Και μετά θα σου μαγειρέψω…”

Ο Bruce άρχισε να γελάει δυνατά.

“Σύμφωνοι… Και μάλιστα, ξέρω από τώρα τι θέλω…”

“Για φαί εννοείς, ή για τα προκαταρκτικά;” του έκλεισε το μάτι.

“Και για τα δύο…”

Η Θάλεια δεν το περίμενε και το γεγονός την ιντρίγκαρε. Ανασηκώθηκε στην καρέκλα της και κοίταξε με ενδιαφέρον τον Bruce.

“Πράσινες σαύρες…”